Είστε εδώ:

Τρώτε αργά το βράδυ; Δείτε τι μπορεί να σας συμβεί…

Από ποιες παθήσεις κινδυνεύετε σύμφωνα με νέα έρευνα

Μία νέα μελέτη του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού έρχεται να προειδοποιήσει όλους όσους έχουν τη συνήθεια να απολαμβάνουν το κύριο γεύμα τους αργά το βράδυ. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα που προέκυψαν, αν τρώτε αργά το βράδυ κινδυνεύετε περισσότερο από καρδιακές παθήσεις και διαβήτη λόγω της αύξησης των επιβλαβών λιπιδίων στο αίμα. Ειδικότερα, η εργασία σε βάρδιες, ενεργοποιεί τις θανατηφόρες ασθένειες, καθώς οδηγεί τους ανθρώπους να τρώνε σε λάθος ώρες.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ακόμη ότι το τζετ λαγκ ή το να μένει κανείς ξύπνιος μέχρι αργά το βράδυ είναι εξίσου επικίνδυνο, καθώς οδηγεί στην κατανάλωση φαγητού σε ακατάλληλες ώρες.

Πειράματα σε αρουραίους έδειξαν ότι όταν έτρωγαν στην έναρξη του χρόνου ξεκούρασης, αυξάνονταν επικίνδυνα τα τριγλυκερίδια, σε σύγκριση με την κατανάλωση φαγητού λίγο πριν δραστηριοποιηθούν.

Τα τριγλυκερίδια είναι λιπίδια που υπάρχουν στο αίμα. Παράγονται στο συκώτι από τροφές όπως το κρέας, τα γαλακτοκομικά και τα έλαια.

Είναι διαφορετικά από τη χοληστερόλη, συμβάλλουν όμως και αυτά στο φράξιμο των αρτηριών, οδηγώντας σε καρδιαγγειακές παθήσεις και προκαλούν φλεγμονή στο πάγκρεας, παράγοντα ανάπτυξης διαβήτη.

Προηγούμενες έρευνες έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι με υψηλά τριγλυκερίδια στο αίμα, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιακών παθήσεων.

Οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο διαβήτης συνδέονται με έναν τρόπο ζωής που «αγνοεί» τα σήματα που στέλνει το βιολογικό ρολόι, οδηγώντας τους ανθρώπους να τρώνε αργά το βράδυ.

Οι ερευνητές δήλωσαν ότι η μελέτη καταδεικνύει γιατί μια τέτοια ρουτίνα δεν συγχρονίζεται με το βιολογικό ρολόι και μπορεί να οδηγήσει σε υψηλά επίπεδα λιπιδίων στο αίμα και κατά συνέπεια σε μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης των παθήσεων.

Ο συγγραφέας της μελέτης Dr Ruud Buijs είπε: «Τα γεγονός ότι μπορούμε να αγνοήσουμε το βιολογικό μας ρολόι είναι σημαντικό για την επιβίωση. Μπορούμε να αποφασίσουμε να κοιμηθούμε κατά τη διάρκεια της ημέρας όταν είμαστε υπερβολικά κουρασμένοι ή να ξεπεράσουμε ένα κίνδυνο τη νύχτα. Αν όμως γίνεται συχνά, με εργασία σε βάρδιες, τζετ λαγκ ή μένοντας ξύπνιοι αργά το βράδυ, βλάπτουμε μακροπρόθεσμα την υγεία μας, ειδικά όταν τρώμε σε ώρες που θα έπρεπε να κοιμόμαστε».

Πρόσφατη μελέτη Αμερικανών επιστημόνων έδειξε ότι οι άνθρωποι έπαιρναν περισσότερο βάρος όταν έτρωγαν τρία γεύματα την ημέρα από το μεσημέρι μέχρι τις 11μμ. σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τις ίδιες θερμίδες από τις 8πμ. έως τις 7μμ.

Δείτε επίσης:   Μπύρα και καρδιακά προβλήματα: Μέχρι πόσο επιτρέπεται

Τα γεύματα αργά το βράδυ επιβραδύνουν τον μεταβολισμό και προκαλούν αποθήκευση των υδατανθράκων, αύξηση του σακχάρου στο αίμα και των επιπέδων ινσουλίνης και μεγαλύτερο κίνδυνο διαβήτη. Τα επίπεδα χοληστερόλης και τριγλυκεριδίων επίσης αυξήθηκαν, συμβάλλοντας στον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων.

Ο Δρ Buijs εξηγεί ότι ο μεταβολισμός της ενέργειας ακολουθεί ένα «ημερήσιο» πρότυπο, που καθοδηγείται από μια μικροσκοπική περιοχή του εγκεφάλου που ρυθμίζει το βιολογικό ρολόι.

«Η διακοπή της κιρκαδικής ρύθμισης έχει συνδεθεί με μεταβολικές ανωμαλίες. Η διαταραχή του βιολογικού ρολογιού μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα κινδύνου που συμβάλλει στην ανάπτυξη υπερλιπιδαιμίας» πρόσθεσε.

Την τελευταία δεκαετία οι μελέτες κατέδειξαν ότι τα τριγλυκερίδια μπορούν να προκαλέσουν εγκεφαλικά επεισόδια και καρδιακές προσβολές. Στους ανθρώπους αυξάνονται σε φάση ηρεμίας.

Ο Δρ Buijs σημειώνει: «Οι επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι οι εργαζόμενοι σε βάρδιες, οι οποίοι έχουν μετατοπίσει τη δραστηριότητα και τα γεύματα προς τη νύχτα, έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις».

Δεδομένου ότι οι αρουραίοι είναι νυκτόβια ζώα, τα ευρήματα της παρούσας μελέτης, ισοδυναμούν με τις επιπτώσεις της κατανάλωσης φαγητού τη νύχτα στον άνθρωπο.

«Η διακύμανση ημέρας-νύχτας στον μεταβολισμό των τριγλυκεριδίων παρέχει μια πιθανή εξήγηση για τον αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων που παρατηρούνται στους νυχτερινούς εργάτες που έχουν μετατοπίσει τα γεύματά τους προς τη νύχτα» καταλήγει ο συγγραφέας της μελέτης.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο  Experimental Physiology.

Πηγή: onmed.gr

 

Σχετικές δημοσιεύσεις